ἀγέλη

ἀγέλη
Grammatical information: f.
Meaning: `herd, troop' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [4] *h₂eǵ- `drive'
Etymology: From ἄγω, with l-suffix. Comparison with Lat. agilis, Skt. ajirá- `mobile, quick', agolum `staff of a shepherd' makes little sense.
Page in Frisk: 1,9

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀγέλη — herd fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγέλῃ — ἀγέλη herd fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγέλη — Ομάδα ομοειδών ζώων που ζουν και μετακινούνται μαζί. Η διαβίωση σε α. οφείλεται στην ανάγκη ομαδικής άμυνας και στο ένστικτο της πολυγαμίας. Τα ζώα που ζουν στις α. λέγονται αγελαία. Με τον όρο α. εννοείται στον προσκοπισμό μία τάξη προσκόπων με… …   Dictionary of Greek

  • αγέλη — η 1. κοπάδι: Οι τάρανδοι ζουν σε αγέλες. 2. πλήθος ανθρώπων χωρίς πρωτοβουλία, που παρασύρεται, μπουλούκι: Αυτοί δεν είναι ελεύθεροι άνθρωποι, είναι αγέλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγέλη — [агели] ουσ. Θ. стадо …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἀγέλη — Ἀγέλης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγέλῃ — Ἀγέλης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγέλαι — ἀγέλη herd fem nom/voc pl ἀγέλᾱͅ , ἀγέλη herd fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγέληι — ἀγέλῃ , ἀγέλη herd fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγέληφι — ἀγέλη herd fem dat pl (epic) ἀγέλη herd fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Агела — (άγελη) название бывших у дорян товариществ юношей, называвшихся потому агеластами (άγελάςος); один из них начальствовал над товарищами и назывался агелат (άγελάτης). Товарищества имели целью усовершенствование в гимнастике и военных упражнениях …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.